αὐτονομία

αὐτονομ-ία, , of a state,
A freedom to use its own laws, independence, Th.3.46, X.HG5.1.36, Isoc.9.68, IG22.34, etc.
2 αὐ. ποιητική, poetic licence, Him.Or.1.1.
3 dogmatism, Olymp.in Mete.151.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτονομία — αὐτονομίᾱ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc/acc dual αὐτονομίᾱ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτονομία — Όρος που χρησιμοποιείται κατά κανόνα ως συνώνυμος της αυτάρκειας και της μη εξάρτησης. Στα νομοθετικά κείμενα και στο λεξιλόγιο των πολιτικών συγγραφέων η λέξη α. δεν έχει ακριβολογημένη νομική έννοια και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τομείς… …   Dictionary of Greek

  • αὐτονομίᾳ — αὐτονομίαι , αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc pl αὐτονομίᾱͅ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτονομία — η το να κυβερνιέται κάποιος με νόμους που βάζει ο ίδιος, η ανεξαρτησία: Η αυτονομία του Αγ. Όρους είναι κατοχυρωμένη από το σύνταγμα της Ελλάδας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυτονομία — [афтономиа] ουσ. θ. автономия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αὐτονομίας — αὐτονομίᾱς , αὐτονομία freedom to use its own laws fem acc pl αὐτονομίᾱς , αὐτονομία freedom to use its own laws fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίαι — αὐτονομία freedom to use its own laws fem nom/voc pl αὐτονομίᾱͅ , αὐτονομία freedom to use its own laws fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίαν — αὐτονομίᾱν , αὐτονομία freedom to use its own laws fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίαις — αὐτονομία freedom to use its own laws fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτονομίην — αὐτονομία freedom to use its own laws fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.